Grammaticale termen

GrieksNederlands
η αιτιατικήde vierde naamval
η αναφορική αντωνυμίαhet betrekkelijk voornaamwoord
το αντικείμενοhet lijdend voorwerp
η αντωνυμίαhet voornaamwoord
το ανώμαλο ρήμαhet onregelmatige werkwoord
ο αόριστοςde onbepaalde tijd
το απαρέμφατοde onbepaalde wijs
το απρόσωπο ρήμαhet onpersoonlijk werkwoord
το άρθροhet lidwoord
αρσενικόςmannelijk
το βοηθητικό ρήμαhet hulpwerkwoord
η γενικήde tweede naamval
το γράμμαde letter
η δεικτική αντωνυμίαhet aanwijzend voornaamwoord
η δευτερεύουσα πρότασηde bijzin
η δοτικήde derde naamval
οι εγκλίσειςde wijzen
ο ενεστώταςde onvoltooid tegenwoordige tijd
ο ενικόςhet enkelvoud
το επίθετοhet bijvoeglijk naamwoord
το επίρρημαhet bijwoord
η ερωτηματική αντωνυμίαhet vragend voornaamwoord
η ευεργετική (φωνή)de actieve vorm
το θέμαde stam
το θετικόde stellende trap
θηλυκόςvrouwelijk
η κατάληξηde uitgang
η κλητικήde vijfde naamval
η κλίσηde verbuiging
η κτητική αντωνυμίαhet bezittelijk voornaamwoord
η κύρια πρότασηde hoofdzin
η λέξηhet woord
ο μέλλονταςde toekomende tijd
η μετοχήhet deelwoord
το ομαλό ρήμαhet regelmatige werkwoord
η ονομαστικήde eerste naamval
η οριστική (έγκλιση)de aantonende wijs
ουδέτεροςonzijdig
το ουσιαστικόhet zelfstandig naamwoord
η παθητική (φωνή)de passieve vorm
τα παραθετικάde trappen van vergelijking
ο παρακείμενοςde voltooid tegenwoordige tijd
ο παρατατικόςde onvoltooid verleden tijd
ο πληθυντικόςhet meervoud
η πρόθεσηhet voorzetsel
η προσταχτικήde gebiedende wijs
η προσωπική αντωνυμίαhet persoonlijk voornaamwoord
η πρότασηde zin
το ρήμαhet werkwoord
το συγκριτικόde vergrotende trap
η συζυγίαde vervoeging
το σύμφωνοde medeklinker
ο σύνδεσμοςhet voegwoord
ο συντελεσμένος μέλλονταςde voltooid toekomende tijd
ο τόνοςhet accent
το υπερθετικόde overtreffende trap
ο υπερσυντέλικοςde voltooid verleden tijd
το υποκείμενοhet onderwerp
το υποκοριστικόhet verkleinwoord
η υποταχτικήde aanvoegende wijs
το φωνήενde klinker
οι χρόνοιde tijden